Θυμήθηκα την Πηνελόπη. Κάπου άκουσα,ή διάβασα..νομίζω πως το διάβασα. Τέλος πάντων, πως σε κάθε άνθρωπο, έρχεται μια στιγμή που το μυαλό του αποκτά μια εμμονή. Τώρα το μεγεθος της εμμονής μπορεί να είναι ένα μικρό μικρό τοσοδούλι, όπως οτι θες ένα κινητό τηλεφωνο με συρόμενο πορτάκι κι όχι ένα απο 'κείνα η εμφάνιση τους τα κάνει και μοιάζουν με στρειδια, ή όπως όταν περπατάς στο πεζοδρόμιο, και κάνεις διαγωνισμο μόνος σου προσπαθώντας να μην πατάς ποτέ τον αρμό που ενώνει τα πλακάκια, γιατί τοτε χάνεις και μηδενίζονται όλοι σου οι πόντοι, ή ακόμα, όταν τύχει και κάποια κλείδωση των δακτύλων σου αποφασίσει να ξεμουδιάσει μόνη της με το χαρακτηριστικό "κρακ", τότε είσαι ανεξήγητα αναγκασμένος να ξεμουδιάσεις όλα σου τα δάκτυλα με το ίδιο χαρακτηριστικό "κρακ". Αυτου του είδους τις εγκεφαλικές συσκοτίσεις, η έγγυρη πηγή μου τις χαρακτηριζει ακίνδυνες και ίσως με μια δόση παιδικής αφέλειας, μιας και δεν είναι ικάνες να παίξουν καθοριστικό ρόλο στη ζωή σου.
Υπάρχει όμως, μια δεύτερη κατηγορία απο τέτοιου είδους αδυναμίες του μυαλου για ομαλή λειτουργία, οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστουν ακόμη και επικίνδυνες, αφου είναι ικανές να πάρουν μέρος στην λήψη κρίσιμων αποφάσεων.
Ας πούμε λ.χ, πως είμαστε στην εθνική όδο, με τη γαμάτη κωλοφτιαγμένη αμαξάρα μας. Δίπλα μας το καυτο μωρό με τα μπουτάκια του έξω που γουστάρει γούστα απόψε και θέλει μπουζούκια στον Αντώνη Πρέμο. Σου έχει αφήσει να καταλάβεις πως θα σου χαρίσει αξέχαστη βραδιά, και εσύ είσαι αποφασισμένος να φτάσερις στο τέρμα. 'Ωσπου τσουπ! Να σου μπροστά ο μαλάκας με τη σακαράκα του του πατέρα του. Ε ναι, είναι μαλάκας. Που κυκλοφοράς ρε φουκαρά, την ώρα που κάνουμε τσάρκα με την κούρσα μας (ετσι λέει η γιαγιά μου τις μεγάλες κωλοφτιαγμένες αμαξάρες). Ε λοιπόν, εκείνα τα πικοδευτερόλεπτα που ο εγκέφαλος σβήνει τη μηχανή του, για να σου δώσει την ευκαιρία να γίνεις Νικι Κλάουντα ως τη στιγμή που η γάτα ( μα-λά-κα γά-τα), ο σκύλος (μα-λά-κα σκύ-λο), ο σκατζόχοιρος (μα-λά-κα τσου-κνι-δω-τέ α-ρου-ραί-ε) , η γιαγιά, και σιγουρα οχι η δική μου γιατι τις φοβάται κατι τέτοιες κουρσάρες που τρέχουν, θα εμφανιστούν μπροστά σου για ένα γεια στα γρήγορα, είναι ικανά πραγματικά για οτιδήποτε μπορείς να φανταστείς. Δεν λεω εγώ. Φαντάσου εσύ.
Τα λάτρευε. Ψοφούσε να τα βλέπει να στριφογυρίζουν σφυρίζοντας καθως ανεβαίνουν ψηλά στον αέρα, και να κομματιάζονται σε πολύχρωμες φωτεινές γιρλάντες. Θύμιζε ιθαγενή που του χάριζαν γυαλιστερές πέτρες. Είχε βρεί απο μικρή το δικό της κόλλημα να αγαπήσει.Η τυχερή. Οι τούρτες γενεθλίων της δεν ειχαν ποτέ κανονικά κεράκια όπως των υπόλοιπων παιδιών, αλλα πάντα εκείνα τα γκρι κιτς στίκς που χρησιμοποιούσαν για ντεκόρ σε κοκταίηλ τη δεκαετία του '80, και σε πιτσιλάνε με σπίθες. Βέβαια , εμεις τοτε την πειράζαμε για αυτή της της εμμονή και την κοροιδεύαμε "κατρουλού". Όχι επειδή σηνήθιζε να κάνει πάνω της την ομόνυμη φυσική της ανάγκη, αλλά πως αλλιώς να την λέγαμε;"πυροτεχνιματετζού"; Δε θα ταν αστείο, σωστά; Όταν μεγαλώσαμε λίγο όμως, όλοι μας την ερωτευτήκαμε. Ήταν και όμορφη όσο να πεις, πανάθεμα την. Αυτή όμως κανέναν μας δεν ερωτεύτηκε. Αγάπησε, κάποτε έναν χουλιγκάνο, γιατι της είχε τάξει πως θα της δώσει να ρίξει φωτοβολίδα στο γήπεδο με το όπλο του. Μα δεν ήταν χουλιγκάνα και έτσι δεν τον αγάπησε για πολύ, αν και εκείνος είχε τηρήσει την υπόσχεση του. Ήταν μια μικρη ατίθαση μεν αλλά κυρία δε απο πάντα, που την θάμπωνε η φαντασμαγορία του πολύχρωμου. Αν με ρωτούσες, τι επάγγελμα θα έπρεπε να κάνει, σίγουρα θα σου απαντούσα, πως η θέση της θα ήταν σε κάποιο περιπλανώμενο τσίρκο, που γυρίζει νομαδικά τον κόσμο όλο. Ταίριαζε με το πνευμα της. Αλλίως, θα γινόταν μια παρα πολύ καλή, αποτυχημένη πυροτεχνουργός. Βέβαια όμως, δε ρώτησες εμένα πρώτα, κι ετσι αυτη απάντησε μόνη της και έγινε υπάλληλος του δήμου. Ας είναι. Έχει τουλάχιστον πάντα άδεια στις γιορτές. Και ειναι οι μέρες που αγαπά περισσότερο απο όλες.
Αν βγείς στο μπαλκόνι σου, μετά την αλλαγή του χρόνου, θα την δεις να γεμίζει τον ουρανό σου με χρώματα.
15.08.2009
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου